Οι παθήσεις των έσω γεννητικών οργάνων της γυναίκας αντιμετωπίζονται πλέον κατά κύριο λόγο με την ελάχιστα παρεμβατική χειρουργική, χρησιμοποιώντας τόσο τη λαπαροσκοπική, όσο και τη ρομποτική χειρουργική.

Η μήτρα έχει φυσιολογικά το σχήμα και το μέγεθος ενός μικρού ανεστραμμένου αχλαδιού, ενώ ο σκοπός της είναι να φιλοξενήσει το έμβρυο κατά τη κύηση, μέχρι τον τοκετό. Η μήτρα ενώνεται με τις ωοθήκες διαμέσων των σαλπίγγων, οι οποίες και μεταφέρουν τα ωοθυλάκια από τον τόπο παραγωγής τους, τις ωοθήκες, στη μήτρα για πιθανή γονιμοποίηση και τελικά εμφύτευση του εμβρύου. Το κατώτερο τμήμα της μήτρας είναι ο τράχηλος, ο οποίος και καταλήγει στον κόλπο.

Η διαγνωστική διερεύνηση των παθήσεων των έσω γεννητικών οργάνων της γυναίκας γίνεται με τη χρήση του υπερηχογραφήματος, αλλά και της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις εφαρμόζεται η υστεροσκόπηση και η διαγνωστική απόξεση.

Καλοήθεις παθήσεις

Οι συχνότερες καλοήθεις γυναικολογικές παθήσεις είναι οι εξής:

Τα ινομυώματα είναι καλοήθεις όγκοι που σχηματίζονται στη μήτρα. Εμφανίζονται περίπου στο 20-40% των γυναικών, με προτίμηση σε αυτές που βρίσκονται στην αναπαραγωγική ηλικία και εμφανίζουν ένα ελάχιστο ποσοστό εξαλλαγής σε καρκίνο, που ανέρχεται στο 0,5%. Τα αίτια της ανάπτυξής τους είναι ουσιαστικά άγνωστα, παρόλο που υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι μπορεί να οφείλονται σε κάποιο είδος μετάλλαξης ενός μεμονωμένου μυϊκού κυττάρου του ιστού της μήτρας, καθώς επίσης και ότι η ανάπτυξή τους σχετίζεται με τα επίπεδα των οιστρογόνων.

Πιθανά συμπτώματα που συνοδεύουν την ύπαρξη ινομυωμάτων είναι η αιμορραγία από τον κόλπο, το αίσθημα πίεσης στην περιοχή της κάτω κοιλιάς και ο πόνος. Σε μερικές περιπτώσεις τα ινομυώματα μπορεί να εμποδίζουν τη φυσιολογική σύλληψη και κύηση.

Οι ορώδεις κύστεις των ωοθηκών είναι ωοθυλάκια που δεν οδηγήθηκαν σε ωορρηξία στο τέλος του κύκλου, αλλά αντίθετα συνέχισαν τη λειτουργία τους, λαμβάνοντας τη μορφή κύστης. Τέτοια “κυστικά ωοθυλάκια” μπορεί να φτάσουν σε μέγεθος μεγαλύτερο των  5 εκατοστών.

Η συμπτωματολογία τους μπορεί να περιλαμβάνει διαταραχές του κύκλου και πόνο. Απλές κύστεις των ωοθηκών εμφανίζονται αρκετά συχνά  χωρίς να απαιτούν υποχρεωτικά αντιμετώπιση, αφού συχνά υποστρέφονται και εξαφανίζονται αυτόματα. Στις περιπτώσεις που  αυτές επιμένουν,  συνιστάται η χρήση αντισυλληπτικών δισκίων για μικρό χρονικό διάστημα. Σπανιότερα είναι δυνατό να λάβουν μεγάλες διαστάσεις, να συστραφούν ή να σπάσουν και να προκαλέσουν ακόμη και οξεία κοιλία, κατάσταση που απαιτεί άμεση χειρουργική επέμβαση.

Ενδομητρίωση καλείται η κατάσταση κατά την οποία ο  ιστός που καλύπτει το εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας (ενδομήτριο) αναπτύσσεται εκτός αυτής, σε περιοχές του σώματος που φυσιολογικά δεν απαντάται, όπως στο εξωτερικό τοίχωμα της μήτρας, στις ωοθήκες ή και αλλού. Όταν οι ενδομητριωσικές εστίες βρεθούν στην επιφάνεια της ωοθήκης, μπορεί το αίμα να διεισδύσει στην κοιλότητα ενός ωοθυλακίου και να σχηματιστεί έτσι μία ενδομητριοειδής ή σοκολατοειδής κύστη.

Η ενδομητρίωση είναι μία συνηθισμένη πάθηση, ιδιαίτερα στις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας. Προκαλεί πόνο στην πύελο, άλγος κατά τις σεξουαλικές επαφές, διαταραχές του κύκλου, ενώ ενοχοποιείται και για πρόκληση υπογονιμότητας. Σε ήπιες μορφές ενδομητρίωσης χορηγείται φαρμακευτική θεραπεία, ενώ σε πιο εκτεταμένη εμφάνισή της προτείνεται χειρουργική αντιμετώπιση, πιθανώς ακολουθούμενη από συμπληρωματική φαρμακευτική θεραπεία.

Κακοήθεις παθήσεις

Οι συχνότεροι τύποι του γυναικολογικού καρκίνου είναι οι ακόλουθοι:

Καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, που αναπτύσσεται στο κατώτερο τμήμα της μήτρας και έχει ιδιαίτερη συσχέτιση με τον ιό των ανθρωπίνων κονδυλωμάτων (HPV). Πρόκειται για ένα σχετικά συχνό καρκίνο, που όμως προλαμβάνεται σε μεγάλο ποσοστό με τον εμβολιασμό κατά του HPV και διαγιγνώσκεται έγκαιρα με την τακτική διενέργεια του τεστ Παπανικολάου.

Καρκίνος του ενδομητρίου. Αναπτύσσεται στο εσωτερικό της μήτρας και είναι ο περισσότερο διαδεδομένος τύπος καρκίνου των γυναικείων αναπαραγωγικών οργάνων.

Καρκίνος των ωοθηκών. Αποτελεί το 20% περίπου των γυναικολογικών καρκίνων και χαρακτηριστικό του είναι η δυσκολία διάγνωσής του στα αρχικά στάδια.

Χειρουργική θεραπεία

Όλες οι καλοήθεις παθήσεις των έσω γεννητικών οργάνων της γυναίκας  μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται με τις νεότερες τεχνικές της ελάχιστα παρεμβατικής χειρουργικής, δηλαδή λαπαροσκοπικά και ρομποτικά. Οι τεχνικές αυτές προσφέρουν στις ασθενείς πολλαπλά πλεονεκτήματα όπως:

  • Πολύ μικρές τομές οι οποίες με τις οποίες υπο-δεκαπλασιάσουμε ουσιαστικά το χειρουργικό τραύμα
  • Ελαχιστοποίηση του μετεγχειρητικού πόνου
  • Άριστο αισθητικό αποτέλεσμα, αφού πρακτικά δεν απομένουν ουλές μετά από τις επεμβάσεις
  • Ταχύτερη ανάρρωση και γρηγορότερη έξοδος από το νοσοκομείο
  • Μικρότερο κόστος νοσηλείας και ταχεία επάνοδος στην εργασία
  • Μεγέθυνση εικόνας κατά 10-15 φορές, πετυχαίνοντας έτσι τον ελάχιστο δυνατό τραυματισμό των ιστών και μηδαμινή απώλεια αίματος
  • Σχεδόν εξάλειψη των μετεγχειρητικών επιπλοκών που έχουν σχέση με το τραύμα, όπως η διαπύηση, η διάσπαση, η κήλη, ο χρόνιος πόνος κ.λπ.
  • Λιγότερες αναπνευστικές και καρδιαγγειακές επιπλοκές
  • Κατακόρυφη μείωση των πιθανοτήτων για δημιουργία μετεγχειρητικών συμφύσεων
  • Ο ασθενής προφυλάσσεται από τη μετάδοση λοιμώξεων (πχ ηπατίτιδα, AIDS), αφού χρησιμοποιούνται εργαλεία μιας χρήσης

Εκτός αυτών, είναι δυνατή στις περισσότερες περιπτώσεις η ελάχιστα παρεμβατική χειρουργική αντιμετώπιση και των γυναικολογικών καρκίνων. Επεμβάσεις όπως η λαπαροσκοπική και η ρομποτική ολική υστερεκτομή, με συνοδό λεμφαδενικό καθαρισμό της πυέλου αποτελούν ρουτίνα για τη σύγχρονη χειρουργική ογκολογία. Εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα αποτελούν ουσιαστικά μόνο τα πολύ εκτεταμένα – μεταστατικά νεοπλάσματα, που απαιτούν ανοικτές χειρουργικές παρεμβάσεις.